000000

Νομίζω ότι από την εποχή του 01 φτάσαμε στην εποχή του 00. Το να πηγαίνει κάποιος με το ρεύμα της εποχής -όπου πάντα είναι άνοιξη- δε σημαίνει ότι πρέπει να «δίνει» άτομα. Αλλά είναι χαρτί. Τυπώθηκε. Εφυγε. Και μετά; Σε ένα μέσο στατικό που δεν υπάρχει επικοινωνία άμεση ξυπνάνε οι βρυκόλακες. Στάθη σύνελθε! Στην ίδια πλευρά είμαστε. Οι μπλογκερζ, τα free press οτιδήποτε μπορεί να αλλάξει για λίγο τον κόσμο.

Stay On The Scene

Και το εδιδο χάρη στον Πάνο Ζέρβα
και τον Pascal

EDITORIAL

Από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Τα νύχια της κότας
Οι συκοφαντίες των ανώνυμων μπλόγκερ δεν έχουν σχέση με την ελευθερία της γνώμης

First things first: απεχθάνομαι τους μπάτσους και τα δικαστήρια. Και το έχω αποδείξει. Γιατί αν δεν, σήμερα θα είχα κάνει περιουσία από τις αγωγές που θα είχα κερδίσει. Έχουν γράψει για μένα χυδαιότητες και συκοφαντίες, δίχως πάτο. Όμως δεν μπορώ να συνταχθώ με τις κλαψομαρίες που εγέρθησαν και σφαδάζουν για τη φίμωση της μπλογκόσφαιρας. Μεταξύ τους, αρκετοί είναι εκείνοι που θρηνούν για τη φίμωση της αλητείας τους. Τους πειράζει που ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι, όταν το λαλάς, πρέπει να είσαι έτοιμος και να πληρώσεις.
Εξηγούμαι: Δεν είδα κανέναν μπλόγκερ να διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για τις δεκάδες αγωγές που υποβάλλονται εναντίον όσων γράφονται στις εφημερίδες. Δεν είναι φίμωση της ελευθερίας του λόγου αυτή, ή είναι μια φίμωση που τη συνηθίσαμε; Ή μήπως τα μπλογκς πρέπει να είναι πιο ελεύθερα από τις εφημερίδες γιατί μπορείς την ώρα που ποστάρεις ταυτοχρόνως να αυνανίζεσαι – οπότε έχεις ελαφρυντικά;
Έχω κυνηγηθεί και από τη μια και από την άλλη πλευρά. Πριν 10 μήνες κατέθεσα στον λογαριασμό της κόρης του Κώστα Λαλιώτη το ποσόν των 105.000 ευρώ, για ένα δημοσίευμα συνεργάτη του «01» στο οποίο υπήρχε μια νύξη για την ερωτική του ζωή. Δέκα χρόνια με κυνηγούσε απηνώς. Έκανε έφεση πάνω στην έφεση, ζήτησε να επαναληφθεί η συζήτηση για να πάρει περισσότερα, τέλος (επειδή δεν είχα περιουσιακά στοιχεία) ζήτησε την προσωποκράτησή μου. (Στο μεταξύ, ο ίδιος καταδικάστηκε για συκοφαντία άλλου προσώπου και, προ του κινδύνου άλλης, δεύτερης καταδίκης, ζήτησε συγγνώμη και συμβιβάστηκε με τρεις νεοδημοκράτες βουλευτές που είχε συκοφαντήσει.) Όσο διαρκούσε αυτός ο εφιάλτης, δεν βρέθηκε ούτε ένας δημοσιογράφος να γράψει μια κουβέντα συμπαράστασης. Ο Λαλιώτης ήταν στην ακμή του, και εγώ πλήρωνα την τρέλα μου. Fairenough. Όταν κουνιέσαι, μπορεί και να πέσεις.
Ευτυχώς, τα χρόνια κύλησαν και επέζησα. Για να με αναλάβουν οι κοριοί. Των μπλογκς. Αφότου έβγαλα τη Lifo, που μπερδεύτηκε με τη νέα κουλτούρα και πολλούς από τους συνεργάτες της τους βρήκε στα χλωρά ιστολόγια, πέντε έξι μπλόγκερς άρχισαν μια υστερική και πέραν κάθε ορίου ανώνυμη συκοφάντησή μου. Που σιγά σιγά έγινε «επώνυμη». Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γαλάνης του Βήματος με αποκαλούσε τσόκαρο, ρουφιάνο (!), έγραφε εντελώς προσωπικά δεδομένα της σεξουαλικής μου ζωής, διέδιδε ότι οσονούπω η εφημερίδα κλείνει – και άλλα ων ουκ εστίν αριθμός. Ένας κριτικός ανταγωνιστικού εντύπου ανάμεσα στα άλλα έγραφε ότι όλοι εμείς εδώ έχουμε πρωκτική ελευθεριότητα, διότι το ψάρι βρομάει απ’ το κεφάλι. Κάποιος, που στο παρελθόν προσπάθησε να γίνει δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας, έγραψε και γράφει καθημερινώς τόνους συκοφαντιών και χυδαιοτήτων – κανονικός οχετός ψυχοπαθολογίας. Αν δεν είχα νιώσει τη γλύκα στο πετσί μου, θα τους είχα ευχαρίστως ρίξει από μια αγωγή – τουλάχιστον για να ησυχάσω. Δεν το έκανα. Όμως νομίζω θα εύρισκα πολλά ελαφρυντικά σε κάποιον που θα αντιδρούσε έτσι. Όταν η κατάσταση εκτροχιάζεται, ο νόμος που ισχύει είναι το «οδόντα αντί οδόντος».
Όχι ότι δεν θα παραμείνει εκτροχιασμένη. Μπορεί ο πάσα ένας να πάει σε ένα ίντερνετ καφέ, να δημιουργήσει σε μισό λεπτό ένα ανώνυμο μπλογκ, και από ‘κει να συκοφαντήσει ατιμώρητα όποιον θέλει. Χωρίς να μπορέσει ποτέ κανείς να τον βρει (εκτός κι αν, στο μέλλον, ζητάνε ταυτότητα στα ίντερνετ καφέ – πράγμα που προβλέπω ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει (!!!). Η ψηφιακή αναρχία, υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι διασφαλισμένη. Για ένα μεσοδιάστημα, θα δούμε πολλά παρδαλά πράγματα που, όσο πιο παρδαλά είναι, τόσο πιο γρήγορα θα ξυπνήσουν το Καθυστερημένο Κράτος και την Καθυστερημένη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Αυτό εννοούσα όταν πρωτοέγραφα προ έτους για το φαινόμενο των ανώνυμων μπλογκς στην Ελευθεροτυπία, και κατέληγα: «Ρυθμίστε τα εσωτερικώς, πριν σας τα ρυθμίσουν εξωτερικώς». Διότι η κατάσταση ήταν εμετική από τότε. Ολοι οι πικραμένοι ψυχάκηδες της δημοσιογραφίας διάλεγαν τα μπλογκς για να λύσουν κάτω απ’ τη μπούρκα τους λογαριασμούς τους.
Το πιο ειλικρινές και καίριο σχόλιο το έχει κάνει ο pitsirikos στο blog του, με τίτλο «Καθρέφτης». Όλος αυτός ο χαζός καβγάς για τη φίμωση της μπλογκόσφαιρας γίνεται για το πάπλωμα. Για να μπορούμε να τσακίζουμε ανωνύμως όποιον θέλουμε. Για να μπορούμε να βγάζουμε τα απωθημένα μας εναντίον όποιου μας αποκλείει από τον κόσμο του. Για να γινόμαστε τραμπούκοι, αγεληδόν και ανερυθρίαστα – δίχως να πληρώνουμε τα σπασμένα.
Λυπάμαι, διαφωνώ. Όταν σπας κάτι, πρέπει να σηκώνεις τα κομμάτια του. Εγώ, τα δικά μου τα σήκωσα, θέλω να μπορώ να ζητήσω τα ρέστα από όσους σπάνε και τα δικά μου. Δυνάμει. Έστω. Όταν τα ένστικτα των ανθρώπων μου δείχνουν τα δόντια τους, αν εγώ δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τα δικά μου, περισσότερο από ποτέ χρειάζομαι νόμους για να επιβιώσω.
Όχι ότι δεν έχω δόντια. Αλλά θέλω να τα χρησιμοποιώ με τρόπο εξυπνότερο.
Γιατί, εντέλει, οι συκοφάντες (και του δικτύου και των εντύπων) είναι άνθρωποι πικροί, που δρουν πικρά, για πικρές απολαύσεις.

LIFO 2-8.11.2006

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s