The Man From Atlantic

navagio.jpg

Καλά εδώ κι άν εχω γίνει ρόμπα λέμε. Και τι ρόμπα. Καρώ ξεφτισμένη. Γιατί μαν δεν ξέρω κολύμπι. Στα στεγανά είναι καλά -δηλαδή μες την πόλη- ποιός να ξέρει τώρα ότι δεν κολυμπάς. Λες μερικές παπαριές του στυλ «ο λουγκάνης ήταν μαθητής μου» ή «τι ωραία που δένει ο αστακός με το λαυράκι στα 100 μέτρα βάθος» ή το χειροτερευεις με φιάλες οξυγόνου μπάντζι τζάμπινγκ και τσάμπα κάμπινγκ. Αλλά εκεί στο ναυάγιο την άκουσα κανονικά. Που να κρυφτώ και τι να πω όταν το καραβάκι σταμάτησε μεσοπέλαγα κι ο καπιτάν είπε «όσοι θέλετε μπορείτε να πάτε κολυμπώντας ως τη ακτή». Μποινγκ Μποινγκ! Και τώρα τι κάνουμε μαν? Κοιτάω το γκέρλυ για συμπαράσταση κι εκείνη κλασσική γυναίκα αντί να μου συμπαρασταθεί στον πόνο μου κουνούσε το δάκτυλο προς τη θάλασσα λέγοντας: Κάτω, κάτω (σα τα παγωτά τις διαφήμισης). Βρε ουστ! Δεν πάω πουθενά. Εδώ θα μείνω με τα μωρά και τις θείτσες και του γέρους. Ιν δε μινταιμ κάτι εγγλεζάδες αδερφές του ελέους βουτούσαν πάνω από το κατάρτι και έκαναν και φιγούρα με δυο τρείς τούμπες εναερίως ενώ παρατήρησα έναν κοκκινομούρη (μαντσαστα, νεβα, γουατεβα, μάιτ) να κάνει τούμπα πίνωντας στον αέρα μπακάρντι με κόλα. Αλήθεια! Στο ένα χέρι καρατούσε ένα μπουκάλι μπακαρντί και στο άλλο μια κόλα (κόκα κόλα) και πέφτωντας έπινε μια γουλιά από το ένα και μια από το άλλο. Πούστη άγγλε πως το κάνεις αυτό? Η απορία μου δεν λύθηκε καθώς είχα φάει πόρτα από τη θάλασσα η οποία είχε βγάλει τη γλώσσα της και με κορόιδευε κάνοντας (πως γράφεται αυτό ρε μαν?). Γουελ κοιτάω αριστερά κάτι μωρά τρίμηνα. Κοιτάω δεξιά κάτι παπούδες ραμολιμέντα με πιεσόμετρα. Κοιτάω κάτω κάτι θείτσες με το μαλί μπακλαβά να λαμπυρίζει. Χμμ. Δεν τη γλυτώνω τη ξεφτίλα σκέφτομαι. Πλησιάζω τον κάπτεν ιγκλο μήπως και του αποσπάσω ιδιαίτερη μεταχείριση αλλά τίποτα. Ο μαν είναι ανένδοτος. Με το βαρκάκι έιντζελ μποι μαζί με τα μωρά και τις γιαγιάδες έχουμε δημοοκρατία εδώ! Φτου σου γκατ νταμνιτ. Πάλι σε κομμούνα έπεσα. Ρε καπ -προσπαθώ να τον καλοπιάσω- δεν πάμε να στήσουμε κανένα οδόφραγμα καταμεσίς στο πέλαγο απλώς σου ζητάω να με βάλεις στο βαρκάκι λίγο πιό διακριτικά γιατί θα γελάνε και οι γλάροι. Μπα ο μαν δε μασάει και μάλλον με είχε δεί κανα δίωρο πριν στο κερί που από το φόβο μου μέσα στις σπηλιές είχα γίνει σα φανελάκι της μινέρβα. Δηλαδή το λευκότατο λευκό. Ενιγουειζ καταπίνω τη ντροπή μου (πόνεσε ο λαιμός μου ειναι η αλήθεια) και μπαίνω μέσα στη βάρκα παρέα με το 60 καπη αμπελοκήπων, τη 8η θερμοκοιτίδα νεογέννητων και το 25ο σύστημα αγέννητων προσκόπων. Η απόσταση δεν ήταν πάνω από 50-70 μέτρα αλλά ο φόβος μου ήταν τόσος που το χέρι μου είχε σφίξει τόσο πολύ την κουπαστή από τη βάρκα που όταν το σήκωσα δεν άνοιγαν τα δάχτυλα. Το μέρος θεικό οκ. Και η εκδίκησή μου ήρθε! Στο γυρισμό όλοι αυτοί οι γατόπαρδοι των θαλασσών είχαν γίνει κομμάτια από την κούραση και δεν είχαν σαφώς το κουράγιο να γυρίσουν κολυμπώντας. ΧΑ! Τώρα θα δείτε άνθρωποι από την Ατλαντίδα που νομίζατε ότι έχετε βράγχια αντί για πνευμόνια. Ολοι στη βάρκα γρήγορα.

ps: η τοποθεσία «ναυάγιο» της ζακύνθου τα σπάει γενικώς. Στο αριστερό σου χέρι εκεί που πέφτει η σκιά έκανα μπάνιο (στα ρηχά ενοείται γιατί βαθαίνει πολύ απότομα).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s