Η Γη της Αγγελίας ΙΙ

pan.jpg

Είδωλα ψυχών κουρασμένων/ Του Nικου Γ. Ξυδακη

» Ακούω τον ψίθυρο του κύματος απαράλλαχτο. Ακούω γουργουρητό πολυβάλβιδου κινητήρα. Ακούω αναστεναγμούς γερόντων λουομένων. Ακούω λογαριασμούς νεόπλουτων μητέρων, πώς θα μεταφέρουν στο νησί το κέτερινγκ για τα γενέθλια του μικρού – με ελικόπτερο ίσως;

Σηκώνω το καπέλο, βγάζω τα γυαλιά. Το φως με θαμπώνει. Το φως δείχνει γυμνούς τους ανθρώπους: άλλοι γυρεύουν λίγη στερνή δροσιά, καμώνονται πως δεν ακούν τον άγγελο να φτερουγίζει εις τον αφρό του κύματος, παραγγέλνουν το μεσημεριανό τους όπως πάντα, χρόνια τώρα. Αλλοι γυρεύουν να ψηθούν, οι υπεριώδεις να ξύσουν απ’ το πετσί τους την πόλη και τη νεύρωση· ο ήλιος τους αφυδατώνει, σκορπάει απλόχερα φακίδες. Το φως γυμνώνει. Αλλοι γυρεύουν να ξεμπριζωθούν, να νιώσουν το χώμα στα πέλματα, ν’ ακούσουν για λίγο το σώμα τους· πασχίζουν να μακρύνουν τις μέρες. Το σώμα αντιστέκεται, οι ψυχές σαλεύουν ανήσυχες, στεγνές. Οι περισσότεροι θα έλθουν και θα φύγουν το ίδιο στεγνοί. Η θάλασσα, το μελτέμι, η αρμύρα δεν θα ποτίσουν το πετσί τους.

Ακούω τις ομιλίες. Φωνίτσες, καλέσματα, παραγεμίσματα χρόνου αδειανού, αργόσυρτου. Οι μανάδες με τα παρεό φωνάζουν τα παιδιά με ονόματα αυτοκρατόρων: Μιχαήλ, Ευγένιε, Κωνσταντίνε, Λέων. Οι βασιλόπαιδες με τις γιγάντιες βερμούδες κουβαλούν βαρύθυμα τα ονόματά τους. Πλουσιόστηθες νταντάδες τρέχουν στο κατόπι, μαζεύουν κουβαδάκια, «κάνουν κι αυτές τα μπάνια τους, πού να πάνε για άδεια;» Οι μπαμπάδες λείπουν πάντα για δουλειές, τα Σαββατοκύριακα οδηγούν τζιπάρες.

Ακούω σιωπές. Τα Σαββατοκύριακα οι παραλίες γεμίζουν ετερόκλητα. Πλάι στις τζιπάρες και τους γόνους, στις δημοκρατικές παραλίες διεκδικούν θέση ημιμελαγχολικές μεγαλοκοπέλες, ανορεξικές μετέφηβες, αγχωμένοι χαρτογιακάδες με βασικές αποδοχές και prospect ανόδου, ιθαγενείς νοικοκυραίοι, μετανάστες εργατικοί, γλυκοθρασείς έφηβοι, συλλογισμένες γιαγιάδες. Δημοκρατία.

Ακούω ψυχές. Βλέπω τα εφηβάκια να αγγίζονται ντροπαλά, να σχίζουν τον χρόνο αυτάρκη, με μόνη εξάρτυση τη νιότη κι ένα καρτοκινητό. Ο έρωτας πρωτοανακλαδίζεται κάτω από τις πυκνές βλεφαρίδες.

Αφουγκράζομαι τους ώριμους, τους μεσήλικες. Τους νιώθω, σωματικά, να κολυμπούν στα ρηχά της απληστίας, προσηλωμένοι στο έχειν, στεγνοί από αισθήματα, κενοί από σκέψεις, αναμφίβολοι, στυμμένοι. Δεν τους ταράζει τίποτε, δεν αφήνουν καμιά χαραμάδα στην ανησυχία της ζωής. Δεν αγαπούν τίποτε, παρεκτός ό,τι τους ανήκει: τζιπάρα, πετ, σπιταρώνα, αυτοκρατορικό γόνο.

Μια πνοή απ’ το πέλαγο με ανατριχιάζει. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που με περιστοιχίζουν. Μα δεν αγάπησαν ποτέ; Δεν κλαίνε; Δεν αμφιβάλλουν; Δεν φοβούνται; Ασφαλώς, κάποτε, κάπως. Κατόπιν το πολέμησαν, το έδιωξαν. Εδιωξαν το είναι, τώρα γέρνουν παμφάγοι στο έχειν και στο φαίνεσθαι.»

Φωτο aetoma.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s