Pager 3

Η Μάχη του Σκαπέρδα

Ενώ φοίνικες και άλλα πουλιά έκαναν παρελάσεις στους δρόμους και την ασπρόμαυρη τηλεόραση Uranya εμείς ετοιμαζόμασταν για τη μεγάλη μάχη. Στο μυαλό μας όλα ήταν τόσο μπερδεμένα που τα όπλα μας ήταν σχεδόν ακατανόητα για τον αντίπαλο. Για παράδειγμα πως θα σας φαινόταν μια ινδιάνικη ασπίδα στολισμένη και γαρνιρισμένη με φτερά αν την πετούσες όπως μια χειροβομβίδα με το στυλάκι του λοχία Σώντερς στη “Μάχη”; Μάλλον πρωτότυπη ιδέα αλλά καθόλου βολική και αποτελεσματική. Τα παιδικά μας μυαλά που ρουφούσαν σα σφουγγάρια οτιδήποτε, από μικυ μάους και μαύρο πητ έως τον φυγά (που έβγαζε στιλέτα από τις μύτες των παπουτσιών του) και τον Μπλεκ ανακατώναν όλες αυτές τις παραστάσεις από περιοδικά, ραδιόφωνο και τηλεόραση και τις παρουσίαζαν με τη μορφή των πιό παράδοξων όπλων. Αλλά προτρέχω γιατί η ετοιμασία για τη μάχη δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Χρειαζόμασταν στρατηγική, πολεμοφόδια και κυρίως έξυπνα όπλα (τα οποία έπρεπε να τα κατασκευάσουμε πρώτα κάνοντας οικοδόμους και ξυλουργούς να κιτρινίσουν από το κακό τους και να υποφέρουν από μόνιμους εφιάλτες). Εδώ μια μικρή παρένθεση για να εξηγήσω το μέγεθος της μοχθηρία μας. Συνήθως όταν μπαίναμε σε γιαπιά (αφού χαλούσαμε τον ασβέστη που ήταν σκεπασμένος με άμμο και μας θύμιζε τούρτα) φροντίζαμε πάντα ώστε να παίρνουμε τα φυσοκάλαμα που δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμη στον τοίχο. Πρώτον γιατί ήταν αφάνταστα βολικά άκοπα ώστε να τα φέρουμε εμείς μετά στο μήκος που έπρεπε, και δεύτερον τα μυαλά μας, αν και παιδικά, ξεχώριζαν άνετα το καλό από το κακό. Με λίγα λόγια γνωρίζαμε τον κόπο του ηλεκτρολόγου που στερέωνε τα μολυβί πλαστικά καλάμια στον τοίχο και από μέσα τους περνούσε ύστερα όλη αυτή τη μακαρονάδα με τα καλώδια. Ομως τώρα είχαμε πόλεμο και καθόλου καιρό για χάσιμο, έτσι αναγκαστικά ξηλώναμε τα φυσοκάλαμα από τους τοίχους, τα καθαρίζαμε από τα περιτά καλώδια, που για μάς δεν είχαν καμμία απολύτως χρησιμότητα, και τα μαζεύαμε στο αρχηγείο μας. Κλείσιμο της παρένθεσης και επιστροφή στις προετοιμασίες.

Ο στίβος μάχης (μια αλάνα γεμάτη αγριόχορτα και βάτα) καθαρίστηκε και ετοιμάστηκε ώστε να αρχίσουμε τις πρόβες για τις μάχες σώμα με σώμα ενώ ταυτόχρονα είχαμε ξεκινήσει να μαζεύουμε τις πρώτες ύλες για την κατασκευή των υπερσύγχρονων όπλων μας. Σπαθιά, ασπίδες, βέλη, τόξα, ακόντια (καυτό λάδι δεν είχαμε και που να το βρούμε για να το ζεστάνουμε) και τέλος οι ηρωικές μας βόμβες: πλαστικές σακούλες γεμάτες από το δοξασμένο χώμα της Μπότσαρη τις οποίες πετούσαμε στον αέρα προσπαθώντας να πετύχουμε ένα τουλάχιστον εχθρικό κεφάλι. Η βόμβα αυτή έκανε τρομερή δουλειά γιατί πρώτον αφήναμε ένα μεγάλο κομμάτι της σακούλας άδετο (το οποίο έκανε πολύ φασαρία πέφτοντας) και δεύτερον το χώμα της Μπότσαρη λόγω των αυτοκινήτων είχε μετατραπεί σε μια αστραφτερή σκόνη που σου έκοβε την ανάσα αν σε πετύχαινε εκεί που έπρεπε. Οι τσατάλες είχαν απαγορευθεί κατόπιν συμφωνίας με τα δασκαλόπαιδα γιατί το θεωρήσαμε και οι δύο άτιμο όπλο χωρίς καμμία ομορφιά και τελετουργία (κοιτώντας βέβαια σήμερα το κεφάλι μου στον καθρέφτη σημείωσα τουλάχιστον 4 σημάδια από τσαταλιές, 1 από ένα σιδερένιο κουμπαρά που παίξαμε βόλευ γιατί είχε σκάσει η μπάλα μας, και μια βαθειά ουλή από το συρματόπλεγμα στο στίβο μάχης που μου στοίχισε 6 σιδερένια μαύρα τσιμπιδάκια περασμένα με χάρη από μία νεαρή νοσοκόμα. Άου!). Μείνε μαζί μου τυχαίε αναγνώστη, φίλε και αδερφέ και θα μάθεις πως να κατασκευάζεις φυσοκάλαμα με βεληνηκές ως το φεγγάρι, βόμβες στούκας που παραλύουν τον εχθρό, ακόντια από κομμένα σκουπόξυλα και πραγματικές ινδιάνικες ασπίδες από ξυλοτέξ και καλώδιο κεραίας. Γιατί στο επόμενο κεφάλαιο βρίσκεται το μυστικό της κατασκευής αυτών των απίθανων όπλων.

Pager 2

Το ευαίσθητο target group των 18-20 το τόσο καλά οργωμένο από τις τεχνολογικές βόμβες που έχει μετατρέψει σε θεότητες οτιδήποτε περιέχει bits and bytes, ενώ ταυτόχρονα δαιμονοποιεί τα συμβατικά real life brands. Το σεξ έχει μετατραπεί ολοκληρωτικά σε λειτουργία χάνοντας πολλά από τα τελετουργικά του στοιχεία και στάδια. Η τελετουργία του έχει μεταναστεύσει σε e-mail και chat παραδίδοντας καθαρή μόνο την τελευταία πράξη ενώ η θεατρικότητα του φλερτ έχει μετατραπεί σε συντονισμένα χτυπήματα ενός qwerty πληκτρολογίου που σε τίποτα δεν θυμίζουν τις όμορφες κινήσεις ενός παγωνιού ή μίας σαύρας. Το πρόβλημα αρχίζει να δημιουργείται όταν άτομα του δικού μου tg 40-50 εμπλέκεται καλεσμένο, ακάλεστο ή απλώς γοητευμένο από τα social networks. Εκεί συμβαίνουν τραγελαφικά γεγονότα. Το δικό μου ηλικιακό γκρουπ είναι εμβολιασμένο με πιό απλά πράγματα και καταστάσεις (πως μπαίνει η άνω τελεία γαμώ την πουτάνα μου;). Εκανε τις μικροεπαναστάσεις του, μάζεψε τα σύκα του σκαρφαλωμένο, βασάνισε τα γατάκια και τα σκυλάκια, έφαγε τις ξυλιές του γιατί δεν του άρεσε η φακή ή ο τραχανάς και παίζοντας μήλα ή τζαμί άγγιξε κατά λάθος το άγουρο σαν κεράσι στήθος του απέναντι φύλου.

Μια γενιά ολόκληρη γεμάτη μυρωδιές, καρτέρια και παιδικά χτυποκάρδια που περίμενε υπομονετικά τη σειρά της (μέχρι τώρα περιμένει σε κάποια σειρά κάποιας τράπεζας). Ετσι είναι. Τα όνειρα αλλάζουν και μεταμορφώνωνται.

Οταν έπεσε η χούντα ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και είναι πολύ περίεργο το γεγονός ότι οι αναμνήσεις μπορούν να είναι βουβές και χωρίς εικόνα, αλλά ποτέ χωρίς μυρωδιές. Εκείνη τη μέρα θυμάμαι καθαρά τις περίτεχνες μυρωδιές στο σχολείο από τα βαρέλια που ήταν γεμάτα με σκουπίδια, ενώ η εικόνα της δασκάλας μου να πετάει κάτω με δύναμη τα κάδρα βασιλιάδων και λοιπών μου στοίχισε την ακοή μου. Γιατί τα κάδρα μπροστά είχαν γυαλί ώστε η σκόνη να μη φτάσει ποτέ σε αυτά τα χαριτωμένα πρόσωπα με τις γυαλιστερές επωμίδες. Πάντως η τότε δασκάλα μου με το χρυσό μαλλί και το μωβ ταγιερ με τα αστραφτερά κουμπιά (πρέπει να ήταν και το μοναδικό της ταγιέρ εκτός και αν η μνήμη μου εκείνη τη μακρινή εποχή ήταν μονόπρακτη) δεν πέταξε τις φωτογραφίες από τον τοίχο με μίσος. Ηταν πιό πολύ μια σπασμωδική κίνηση χωρίς βία, όπως της μπαλαρίνας, αλλά με τη καταλυτική χάρη ενός καταπιεσμένου ανθρώπου που φωνάζοντας “έπεσε-έπεσε” αποκαθηλώνει τα εφιαλτικά προσωπεία μιά για πάντα. Τα κάδρα λοιπόν γεμάτα φοίνικες και σειρήτια σπασμένα σε χίλια μύρια κομμάτια γέμισαν με το πρώην μεγαλείο τους το πάτωμα. Η δασκάλα μας μεθυσμένη πια από την ίδια την ελευθερία της άρχισε να πατάει τις φωτογραφίες που κειτόταν ανάμεσα σε κομματάκια γυαλί και εξαρθωμένες ξύλινες γυαλιστερές κορνίζες. Βλέποντας τη να χορεύει αυτόν τον περίεργο χορό του σαμάνου πάνω σε γλυξμπουργκ, παπαδόπουλους και φρειδερίκες δεν κρατηθήκαμε και τη βοηθήσαμε χορεύοντας και εμείς σα μικρά ινδιανάκια, με τα ριγέ μας ζακάρ μπλουζάκια, τα ξυρισμένα κεφάλια μας που μύριζαν ακόμη ψειρόσκονη, και τα κοντά μας παντελόνια που αποκάλυπταν με ευλάβεια, γόνατα γεμάτα σημάδια και κάκαλα από τις ακροβασίες μας με τα ποδήλατα. Τα καναδέζικά μου έκαναν πολύ καλή δουλειά στις φωτογραφίες των βασιλιάδων. Ηταν κάτι χοντροπάπουτσα με δύο ειδών δέρμα και σόλα σκληρή πάχους 3 εκατοστών και τα έλεγα καναδέζικα γιατί ήταν στο δέμα με το ετήσιο πεσκέσι της θείας μου στο Τορόντο. Σκληρά παπούτσια, ότι πρέπει για δικτατορίες. Ευχαριστώ θεία.

Εκείνη την εποχή όλοι μας είχαμε θείες και θείους στην Αυστραλία και τον Καναδά που μας έστελναν χρήματα, ρούχα και διακοσμητικά για το σπίτι. Βέβαια ήταν όλα ξένα ως πρός την προέλευσή τους αλλά κυρίως διάσημα για τις εξωτικές τους υπολειτουργίες. Τα χρήματα έπρεπε να τα εξαργυρώσεις και μάλιστα μόνο τα χαρτονομίσματα γιατί τα κέρματα δεν είχαν καμία πρακτική αξία ενώ τα καναδέζικα και αυστραλέζικα φωτιστικά (που τώρα τα θεωρώ απόλυτο κιτς ενώ τότε ήταν όλο το σύμπαν μου με τις πολύχρωμες φωτισμένες ίνες) δεν ταίριαζαν σε καμμία εγχώρια πρίζα. Τότε έπιανε δουλειά το κοφτάκι και απομόνωνε εκείνο το αστείο φις της αγγλικής εποχής από το λευκό ματ καλώδιο. Ακόμη και σήμερα βλέποντας τις πέρα από τον ατλαντικό πρίζες γελάω γιατί οι υποδοχές τους μου θυμίζουν αστείο ανθρωπάκι με ανοιχτό στόμα και βουλωμένα μάτια. Ηλεκτρολόγοι βέβαια που έκαναν αυτή τη δουλειά (δηλαδή να βάλουν το σωστό φις που μπορεί να μεταφέρει ρεύμα), υπήρχαν πάρα πολλοί στη γειτονιά, και μάλιστα άνεργοι, που προσπαθούσαν να σκοτώσουν τον ελεύθερο χρόνο τους, ενώ ο χρόνος συντροφιά με τα τανκς σκότωνε πολύ κόσμο πεντακόσια χιλιόμετρα πιό νότια.

Αυτή η ανεργία είχε αναστατώσει πολλά σπίτια γιατί στα καλά καθούμενα ανάμεσα στα ποδήλατα και τις ακροβασίες μας περιφερόταν, όπως τα ζόμπι, αρκετοί μεγάλοι που μιλούσαν ό ένας στο αυτί του άλλου εμποδίζοντας με τα σώματά τους, εμάς, τους Μεγάλους Γενναίους της δοξασμένης Φυλής Της Μπότσαρη που ετοιμαζόταν για το μεγάλο πόλεμο με τους Δειλούς Της Γιατρουζάνα και τους προδότες της Συνδίκα. Αυτές οι δύο φυλές μας έκαναν αρκετό καιρό πόλεμο νεύρων, ενώ ταυτόχρονα είχαν στην κατοχή τους δύο από τα ομορφότερα κορίτσια που περπάτησαν ποτέ πάνω στη γή. Τη Μαργαρίτα και τη Βιργινία. Και ιδού η αφορμή! Οχι μια γυναίκα, αλλά δύο, συν την αιτία ότι ειδικά αυτοί οι δειλοί της Γιατρουζάνα, με τα γυαλιστερά τόπια και τους εκθαμβωτικούς βώλους μεγάλους σαν πορτοκάλια και στολισμένους με τα χρώματα της ουράς του παγωνιού, όχι μόνο δεν έβαζαν χαρτάκια στην πίσω ρόδα του ποδηλάτου τους, όχι μόνο δεν τύλιγαν τα φυσοκάλαμα με άσπρη και κόκκινη μονοτική ταινία αλλά ήταν και παιδιά δασκάλων, στρατιωτικών και αστυνομικών κάτι που μας εκνεύριζε αφάνταστα. Η αντιπροσωπεία τους κατέφθασε για την επιλογή του πεδίου μάχης και τον ορισμό της ημερομηνίας στο πλακόστρωτο της χαλκιδικής. Οι πεταλούδες τους γυάλιζαν στον ήλιο (ένα ποδήλατο που το απεχθανόμασταν μέχρι αηδίας) ενώ μας δήλωναν ότι στις δυνάμεις τους ενσωματώθηκαν οι Πατρών και οι Κρήτης άρα θα χάσουμε σίγουρα. Εμείς από την άλλη πλευρά σκεφτόμασταν ότι δεν είχαμε να χάσουμε και τίποτα πιά αντίθετα είχαμε να κερδίσουμε τουλάχιστον το ένα από τα δύο κορίτσια. Για την ελευθερία μας ούτε λόγος. Εκείνη τη χρονική στιγμή μικροί μεγάλοι κλεινόταν σπίτι με τη δύση του ηλίου αναγκαστικά. Αυτό θα πεί ισότητα!

Η τελική μάχη για την επικράτηση και την εδαφική κυριαρχία θα γινόταν στου Σκαπέρδα, την ηρωική αυτή βίλα με την τεράστια μουριά που δεν ξέρω πιά τι έχει απογίνει.

Live Your Paramyth

Στα λαγούμια του υπόκοσμου της νύχτας υπάρχει ένα άγραφος νόμος όπου κανείς δε μιλάει. Σπασμένα κεφάλια, χέρια, πόδια. Νοσοκόμες που ρωτάνε πως έγινε και η κλασσική απάντηση “έπεσα” γεμίζει ερωτηματικά και συντηρεί μια άρρωστη κατάσταση. Από τις περιπτώσεις τοκογλυφίας έως τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, στρατιές ολόκληρες bouncers, μπράβων και σεκιουριτάδων είναι έτοιμες να αναλάβουν “δουλειά” γυρνώντας αιώνες πίσω ολόκληρες κοινωνίες. Το καλοκαίρι στα νησιά η βία είναι ανεξέλεγκτη όπως είναι ανεξέλεγκτα και πολλά άλλα πράγματα. Το live your myth in greece μετατρέπεται πολύ άνετα και εύκολα σε ένα πραγματικό πεδίο μάχης με τουρίστες ξυλοδαρμένους, μαχαιρωμένους και βιασμένους που το πρωινό θα τους βρεί με hangover σε κάποιο χαντάκι χωρίς λεφτά. Αν είναι τυχεροί. Ο δύστυχος 20χρονος αυστραλός δεν ήταν. Βρέθηκε αντιμέτωπος με την κτηνώδη, ανεγκέφαλη βία της νύχτας και των γηπέδων. Εκείνης ακριβώς της μορφής βίας που δυστυχώς είναι στην κορυφή μιας ακόμη τραγικής τροφικής αλυσίδας.

Δε συμβαίνει μόνο στη Μύκονο. Από το Λαγανά έως τα Φυρά και από το Μανδράκι έως τις “χώρες” του κάθε νησιού, υπάρχει βία. Τυφλή, ανεξέλεγκτη, μαζική. Το βράδυ τα πράγματα αλλάζουν. Οι αφίσες του go greece με τις χρυσαφένιες παραλίες και τον λαμπερό ουρανό χάνονται και σκοτεινιάζουν και τη θέση τους παίρνουν τα σιδερένια σόπια, τα πιστόλια και οι άναρθρες κραυγές πίσω από τα πάρκινγκ. Το βράδυ, η αυλαία της περίφημης ελληνικής φιλοξενίας πέφτει και τη θέση της παίρνει η σκληρή και πολλές φορές θανατηφόρα πραγματικότητα.

Σε όλα τα παραθαλάσσια παραθεριστικά μέρη υπάρχει ένα βουβό λόμπυ που ζεί και κινείται, ανασαίνει και βαριανασαίνει , λαδώνει αστυνομικούς που κάνουν τα στραβά μάτια για τα παράνομα έξτρα τραπεζοκαθίσματα και την ηχορύπανση, λαδώνει δημάρχους και δημοτικούς συμβούλους που δίνουν τις ευλογίες τους με αντάλαγμα ένα μπλε τζόνυ και αλλοδαπές κάθε βράδυ, χαριεντίζεται με τις μορφές εξουσίας των “χτισμένων” και των περιπολιών τους και τελικά γίνεται εξουσία με δικαίωμα ζωής και θανάτου με τις συνοπτικές διαδικασίες που μόνο αυτό το λόμπυ γνωρίζει.

Το καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά -αν μείνει κάποιος μια ολόκληρη σεζόν- δε θυμίζει καθόλου τα ωραιοποιημένα και φλύαρα ποστερς του υπουργείου τουρισμού. Αντίθετα είναι ένα παραθαλάσσιο πεδίο μάχης με χρήματα που αλλάζουν χέρια τάχιστα, λαδώματα, κόλπα, σούτια, βιασμούς, μαχαιρώματα και γηπεδική βία.

Εκείνη η νύχτα στη Μύκονο δε μύριζε γιασεμί. Μύριζε ξεραμένο αίμα.
Και είναι ντροπή για μία ολόκληρη κοινωνία.

Σεζλογκιστάν

Από πού να αρχίσω και που να τελειώσω. Ούτε για την επιστροφή στην πόλη θα μιλήσω και τις διάφορες κοινοτυπίες (κλιματιστικά, καυσαέριο, κίνηση) ούτε για τους γονείς άλιεν στις παραλίες (κωστάκη μη μπαίνεις στη θάλασσα γιατί θα βραχείς, γιωργάκη μη κάθεσαι στον ήλιο γιατί θα καείς, μαρία έλα να φας το μπιφτέκι σου πριν κρυώσει, τάσο μη κατουράς τον δίπλα, μα καλά είναι μαλάκας φραπέ με παγωτό είπα και μια σεζ λονγκ ριγέ μπλε και άσπρη, φίλε πιάσε και μια άμστελ όπως έρχεσαι). Θεατρικό το σκηνικό. Ατελείωτο. Την πρώτη μέρα ψαρικά και τις επόμενες μακαρονάδα. Τα παδιά φωνάζουν. Μαμά, μπαμπά, θείε, ξάδερφε, δεύτερε ξάδερφε, είναι κρύα, είναι παγωμένη, φυσάει, βρέχει, τι ζέστη είναι αυτή, το φεγγάρι είναι πολύ μεγάλο φέτος, πάμε εκεί, πάμε εδώ. Βουητό. Μελίσσι.

Πανσέληνος. Φωτιές, βεγγαλικά. Η θάλασσα σκοτεινή και ήσυχη. Το έθνικ πέρα τα σπάει. Εμείς ξαπλωμένοι στην άμμο ακούμε τις καρδιές μας να χτυπάνε. Το βράδυ όλα ησυχάζουν γίνονται πιό γαλήνια πιό ήρεμα. Αυτό το καλοκαίρι δε θα θυμάμαι ούτε τις βουτιές, ούτε τα γέλια. Θα θυμάμαι την απίστευτη ταινία που λέγεται Brokeback Mountain (θα μπορούσα να γράψω μια χιλιάδα λέξεις για το έργο αλλά θα ήταν μια φλυαρία και συνήθως δεν φλυαρώ για τόσο σημαντικές ταινίες).

Στην παραλία ακούς απίθανα πράγματα. Το πιό απίθανο που άκουσα φέτος (από πολλά στόματα σεζλονγκάδων) ήταν ότι οι Ρώσοι “μπήκαν” στην Γεωργία για το φυσικό αέριο. Δυστυχώς δεν είχα μαζί μου τους αδιάβροχους τόμους της Παγκόσμιας Ιστορίας, ούτε το Πόλεμος και Ειρήνη ούτε τη Μεγάλη Εποχή του Λιμόνοφ.

Και ένα κομμάτι αρχαίο μεν αλλά τότε έγραφαν μουσικές δε
Summertime/ Fun Boy Three

man -k usa | grep war victims > 10.000